ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ | ΕΙΜΑΣΤΕ | ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ | ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
        
Ελλάδα κομμάτι της ψυχής μας
Ο Οδυσσέας δεν ταξίδεψε ποτέ (Παρουσίαση)
η υγεία του ανθρώπου και η υγεία του κόσμου
το διηνεκές στην τρίτη χιλιετία
ωμοφαγική διατροφή
να κρίνουμε ή να μην κρίνουμε;
ιδού η απορία.
ποιος είναι ο ελεύθερος άνθρωπος;
συνέντευξη του μανώλη μπριλλάκη,
ΕΡΤ 1, 11/6/1999
γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν θυμώνουν;
θάνατος-ανάσταση
συνοδεία θανάτου
το παραμύθι του σύννεφου και της βροχής
το καφέ - σχολείο γεννιέται ή πως γκρεμίζεται ένας τοίχος.
οι κρίσεις στη ζωή μας
τι είναι διάλογος
σίβα ναταράγια
ο πρίγκιπας του κοσμικού χορού
τι τριάντα, τι σαράντα, τι ογδόντα
τα παιδιά: οι δάσκαλοι του ανθρώπου της νέας εποχής, της νέας συνείδησης
γιατί η σεξουαλική-ερωτική σχέση είναι τόσο σημαντική στη ζωή μας
το μανιφέστο της αγάπης
η πίστη και το απόλυτο
όταν ο έρωτας γίνεται έρωτας
συνέντευξη του κώστα φωτεινού στην εκπομπή της έλλης βαλσαμίδου
η ικανότητα που έχει ο άνθρωπος να θεραπεύεται μόνος του
ο φόβος της αλλαγής
το κοριτσάκι στο δάσος
ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ ΑΡΘΡΑ ΤΑΙΝΙΕΣ

ο φόβος της αλλαγής

Γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι από τη ζωή μας.
Του Κώστα Φωτεινού
Από τις βραδιές διαλόγων με θέμα: Ποιος είμαι;
Σεπτέμβριος 2000.

Εμείς, οι άνθρωποι του δυτικού πολιτισμού δεν είμαστε ποτέ απόλυτα ικανοποιημένοι από τη ζωή μας. Κι ίσως δεν έχουμε άδικο. Γιατί, αν δεν μας λείπουν οι χαρές, που για άλλους είναι λιγότερες και για άλλους περισσότερες, συνήθως μοιάζουν με σύντομα διαλείμματα, σε μια ζωή γεμάτη στεναχώριες και δυσκολίες.

Κι όμως παλεύουμε κι αγωνιζόμαστε για να κάνουμε όλα όσα πρέπει με στόχο να ζήσουμε καλά. Κι άλλοτε καταφέρνουμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε και χαιρόμαστε για λίγο.

Κι έπειτα, κάποιες συνθήκες καταστρέφουν τη χαρά και μας οδηγούν ξανά στον αγώνα, με την ελπίδα να την κατακτήσουμε και πάλι. Άλλοτε, όμως, οι προσπάθειές μας δεν οδηγούν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Δεν έχουμε αυτά που επιθυμούμε, νιώθουμε αποτυχημένοι και, φυσικά, μόνο χαρά δεν νιώθουμε.

Κι είμαι σίγουρος ότι, αν αυτή τη στιγμή βγαίναμε στο δρόμο και ρωτούσαμε τους περαστικούς τι νιώθουν για τη δική τους ζωή, στην καλύτερη περίπτωση θα μας έλεγαν: «Δόξα τω Θεώ, καλά είμαι. Έχω την οικογένειά μου, έχω τη δουλειά μου. Μόνο που δεν μας μένει αρκετός χρόνος για να βλεπόμαστε, να κάνουμε αυτά που μας ευχαριστούν. Όλοι δουλεύουμε πολύ. Τα παιδιά έχουν τα σχολειά και τα φροντιστήριά τους. Η γυναίκα μου έχει τη δουλειά και το σπίτι. Κι εγώ έχω δυο δουλειές. Τι να κάνουμε; Αν δεν αγωνιστούμε τώρα, πώς θα γίνει η ζωή μας καλύτερη;»

Κάθε άνθρωπος που έχει ζήσει συνειδητά αυτόν τον αγώνα, για να «φτιάξει τη ζωή του», διαπιστώνει ότι κάνει πάρα πολλά πράγματα κι έχει λίγα αποτελέσματα.

Κάποτε, μάλιστα, φτάνει στο σημείο να νοιώθει απογοητευμένος και δεν καταλαβαίνει το λόγο. Κι ενώ αναγνωρίζει ότι η ζωή του έχει πολλά θετικά στοιχεία, δεν μπορεί να επιτύχει αυτά που θέλει, για να την αλλάξει, έτσι ώστε να μπορεί συνήθως να τη χαίρεται κι οι στεναχώριες να είναι σπάνιες και περιστασιακές.
Σαν συγκεκριμένο παράδειγμα, θα σας πω αυτό που συνέβηκε σε μένα στη δουλειά μου, στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, όπου δούλεψα τριάντα χρόνια. Δίδασκα στη Σχολή των επιστημών Αγωγής, αλλά πήρα και θέσεις διοικητικές, όπως το προβλέπει ο κανονισμός του πανεπιστημίου. ‘Έκανα δηλαδή τη θητεία μου και σαν διευθυντής της σχολής και διπλή θητεία σαν κοσμήτορας.

Ονειρευόμουνα, λοιπόν, με τη δουλειά μου να προκαλέσω στο χώρο κάποιες αλλαγές, έστω και μικρές, που να κάνουν τη ζωή των φοιτητών, αλλά και των καθηγητών και την δικιά μου καλύτερη. Ήθελα, δηλαδή, να δημιουργηθούν συνθήκες που να προκαλούν τη διάθεση για μάθηση. Ή, αν θέλετε, να κάνουν τη μάθηση δημιουργική, ενεργητική, αντί για την παθητική συσσώρευση πληροφοριών.

Κι εγώ κι οι συνεργάτες μου δουλέψαμε σκυλίσια και καταφέραμε να γίνουν πολλές αλλαγές. Όμως, τελικά, δεν πέτυχα αυτό που ήθελα. Να αλλάξει, δηλαδή, οριστικά το πνεύμα στη σχολή μας. Όποτε έλειπα, στο γυρισμό έπρεπε να ξαναρχίσω από την αρχή. Κι όταν πια πήρα τη σύνταξή μου, τα πράγματα ξαναγύρισαν στη μορφή που είχαν πάντα. Οι φοιτητές κάνουν υπομονή, ώσπου να πάρουν το πτυχίο τους. Οι καθηγητές και το διοικητικό προσωπικό περιμένουν να τελειώσει ο μήνας για να πάρουν το μισθό τους, να περάσουν τα χρόνια για να πάρουν τη σύνταξή τους. Κι η γενική δυσαρέσκεια γεννά συγκρούσεις μεταξύ των φοιτητών, των καθηγητών και των αρχών του πανεπιστημίου. Κι όλοι είναι θυμωμένοι με όλους, κάποιοι καθηγητές, μάλιστα, που ανεξάρτητα από μένα δοκίμασαν κι αυτοί να κάνουν διαφορετικά τη δουλειά τους, με παρόμοιους στόχους, νιώθουν την ίδια απογοήτευση. Κι ένας φίλος μου γλωσσολόγος πήρε πρώιμα τη σύνταξή του γιατί δεν άντεχε άλλο την απογοήτευση που προκαλούσε ο μάταιος αγώνας του.

Δεν θα έπρεπε να παραλείψω να σας πω ότι σε ατομικό επίπεδο οι προσπάθειές μου είχαν αποτέλεσμα. Βλέπω ακόμη φοιτητές μου, που είναι οι ίδιοι εκπαιδευτικοί και μου μιλούν για τις αλλαγές που έχουν εφαρμόσει στα σχολειά τους. Κάποιοι, μάλιστα, με καλούν και τους επισκέπτομαι στις τάξεις τους και χαίρομαι.

Για το θέμα της αλλαγής στην παιδεία και την κοινωνία γενικότερα, έγραψα συστηματικά τις σκέψεις μου στο βιβλίο «Η μη-βίαιη επανάσταση στην Παιδεία. Κουβεντολόι ενός γέρο-καθηγητή με τον εγγονό του». Αλλά και έπειτα από αυτό, και στο Καφέ Σχολειό της Αθήνας και μόνος μου στο μοναστήρι μου (όπως λέω το σπίτι μου στο Μόντρεαλ) συνέχιζα να σκαλίζω το θέμα. Γιατί οι άνθρωποι δεν αλλάζουν; Γιατί οι συνθήκες της ζωής μας δεν αλλάζουν;

Κάποια μέρα, καθώς κοίταζα ένα δέντρο που έχω στον κήπο μου σκέφτηκα: «Αν έλειπα πέντε χρόνια, όταν επέστρεφα, θα είχε τόσο μεγαλώσει, που δεν θα το αναγνώριζα. Μόνο επειδή βρίσκεται στον κήπο μου θα ήξερα ότι είναι το δικό μου το δέντρο. Αν κάποιος το μεταφύτευε ανάμεσα σε άλλα δέντρα, δεν θα μπορούσα να το ξεχωρίσω». Έναν άνθρωπο, όμως, ακόμα κι αν δεν τον δούμε για πολλά χρόνια, συνήθως τον αναγνωρίζουμε. Γιατί, παρά τις κάποιες αλλαγές στην εμφάνισή του, σαν άνθρωπος, στις συμπεριφορές, στη σκέψη, στις πεποιθήσεις του είναι πάντα ίδιος. Τα δέντρα αλλάζουν, ο καιρός αλλάζει, τα πάντα στη φύση αλλάζουν, ακόμα και τα βράχια στην ακρογιαλιά και στα βουνά κάθε τόσο αλλάζουν. Γιατί ο άνθρωπος και ο κόσμος που ο ίδιος έχει κατασκευάσει δεν αλλάζουν; Αυτή είναι η μεγάλη ερώτηση που έπρεπε να με είχε απασχολήσει στην αρχή της σταδιοδρομίας μου, για να μην περάσω όσα πέρασα, καθώς επιθυμούσα να αλλάξω κάποια λίγα πράγματα στο χώρο της δουλειάς μου. Όμως, δεν ήμουν έτοιμος.

Το θέμα αυτό της αδυναμίας του ανθρώπου να δεχτεί την αλλαγή για να ζήσει καλύτερα, απασχόλησε όλους τους μεγάλους δασκάλους. Για παράδειγμα, ας θυμηθούμε τον Βούδα. Καθώς πιθανότατα ξέρετε, ήταν πριγκιπόπουλο. Αλλά επειδή δεν μπορούσε να βλέπει τους ανθρώπους να υποφέρουν, τόσο τους πλούσιους και ισχυρούς μέσα στο παλάτι, όσο και τους απλούς πολίτες – πλούσιους και φτωχούς – έφυγε από τον τόπο του και άρχισε να ταξιδεύει, να βλέπει, να μελετάει. Στο τέλος βρήκε ένα δέντρο κι έκατσε κάτω από αυτό επί σαράντα χρόνια, ακίνητος κι αμίλητος, σε διαλογισμό για να μπορέσει να βρει απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή τους. Και βρήκε την απάντηση που βρήκαμε κι εμείς, στις τελευταίες συναντήσεις μας, στις «Βραδιές Διαλόγων» στο Καφέ-Σχολειό της Αθήνας. Εμείς με το δικό μας τρόπο, εκείνος με το δικό του κι άλλοι δάσκαλοι με το δικό τους. Κι αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι εμείς είμαστε μεγάλοι δάσκαλοι. Αλλά κι εμείς, όπως κι άλλοι απλοί άνθρωποι, θέσαμε το ίδιο ερώτημα κι αφού το διερευνήσαμε επίμονα, η απάντηση δεν μπορούσε παρά να είναι η ίδια: η ζωή του σύγχρονου ανθρώπου, εμείς οι ίδιοι, τα πράγματα που φτιάχνουμε, όλοι και όλα είναι κλεισμένα μέσα στον υλικό κόσμο, ή, αν προτιμάτε, είναι κολλημένα πάνω του. Αυτή ήταν η πρώτη αποκάλυψη που μου έγινε: ΟΛΑ ΤΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΟΛΛΗΣΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΥΛΙΚΟ ΚΟΣΜΟ. Όλα όσα κάνουμε έχουν έδρα τον υλικό κόσμο. Στη συνέχεια πλησίασα κι άρχισα να παρατηρώ τον υλικό κόσμο, αφού όσα στηρίζονται πάνω του έχουν την ίδια τύχη με αυτόν.
Τον υλικό κόσμο, αυτόν μέσα στον οποίο ζούμε (και δεν εννοώ τα δικά μας ανθρώπινα κατασκευάσματα) τον δημιούργησε ο Θεός. Ο Θεός, που κατοικεί στο πνευματικό επίπεδο, έξω από την ύλη, το χώρο και το χρόνο, όπως λένε οι Γραφές, κάποια στιγμή, από αγάπη, θέλησε να δημιουργήσει τον υλικό κόσμο, για να δει (όχι να γνωρίσει, αλλά για να δει) ο ίδιος τον εαυτό του. Κι είναι θαυμάσια η περιγραφή της δημιουργίας. Έκανε το φως και τη γη και τα ζώα και τα πουλιά και τα είδε και είπε ότι όλα είναι καλά.

Και στην πρώτη τους εκείνη φάση ήταν καλά. Στη δεύτερη φάση τους, πάντα σύμφωνα με τις Γραφές, ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ. Κι έτσι άρχισε η ιστορία των ανταγωνισμών και των πολέμων. Και η ερώτηση είναι: «γιατί;»
Ο κόσμος που δημιούργησε ο θεός έχει τους δικούς του νόμους. Οι νόμοι αυτοί ξεπερνούν τα στενά όρια της ανθρώπινης νοημοσύνης. Κι επειδή δεν τους καταλαβαίνουμε, νιώθουμε απειλημένοι. Δεν καταλαβαίνουμε, λόγου χάρη, γιατί αρρωσταίνουμε ή γιατί πεθαίνουμε εμείς οι ίδιοι ή οι αγαπημένοι μας. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί γίνονται οι σεισμοί κι οι πλημμύρες, γιατί καταστρέφεται η σοδειά μας ή γιατί στη φουρτούνα καταστρέφονται τα πλεούμενά μας.

Μας λείπει η πίστη του Ιώβ και μας κατακυριεύει ο φόβος.
Για να προστατευτούμε από τον ανοιχτό υλικό κόσμο, που δεν μπορούμε να τον ελέγξουμε, κατασκευάσαμε κομμάτι- κομμάτι ένα δεύτερο υλικό κόσμο, τον κόσμο του πολιτισμού μας. Τότε έκανα μια ακόμη διαπίστωση που με συγκλόνισε. Αφού τόσο ο ίδιος ο άνθρωπος, όσο και όλα τα δημιουργήματά του έχουν υλική υπόσταση και υπάρχουν μέσα στα πλαίσια του υλικού κόσμου που δημιούργησε ο Θεός, για να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι δεν είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή τους, έπρεπε πρώτα να καταλάβω τους νόμους που διέπουν την ύλη και τα χαρακτηριστικά της.

Κι αφού ο άνθρωπος διαθέτει και μια πνευματική διάσταση, έπρεπε να καταλάβω τους νόμους που διέπουν το πνεύμα και τα δικά του χαρακτηριστικά.

Ο πρώτος νόμος, λοιπόν, που διέπει την ύλη είναι η κίνηση. Και φυσικά, κίνηση είναι τόσο η μετατόπιση μέσα στο χώρο, όσο και η ανάπτυξη. Ένα δέντρο, για παράδειγμα, κινείται χωρίς να μετακινείται. ‘Όταν ψηλώνει, όταν βγάζει φύλλα, άνθη και καρπούς κινείται. Τα ζώα και οι άνθρωποι και μετακινούνται, αλλά και αλλάζουν όπως τα φυτά, αφού συνεχώς αποκτούν νέα χαρακτηριστικά κι αποβάλλουν άλλα.

Διαπίστωσα, λοιπόν, τότε, ότι μέσα στο υλικό σύμπαν η κίνηση εκφράζεται με έναν και μοναδικό τρόπο: με την ΑΛΛΑΓΗ.

Η επόμενη ερώτηση, φυσικά, ήταν: Ποια μορφή παίρνει η αλλαγή μέσα στο φυσικό κόσμο; Την απάντηση στην ερώτηση αυτή την βρήκα έτοιμη. Οι κινέζοι μιλούν για το Γιν και το Γιαγκ, ένα ζευγάρι από αντίθετα, που αποτελούν τους δύο πόλους της κάθε αλλαγής. Κάθε αλλαγή, λοιπόν, ξεκινά από ένα σημείο και πορεύεται προς το αντίθετό του. Κι ακόμη, μέσα στο Γιν υπάρχει πάντα το Γιαγκ και μέσα στο Γιαγκ υπάρχει πάντα το Γιν. Κι όσο, ξεκινώντας από το Γιν προχωρούμε προς το Γιαγκ, το ελάχιστο Γιαγκ που υπήρχε στο Γιν ολοένα αυξάνει. Κι όταν ολοκληρωθεί η αλλαγή, όταν δηλαδή το Γιν έχει γίνει Γιαγκ, μέσα στο Γιαγκ μένει πάντα ένα ελάχιστο Γιν.

Η αλλαγή, λοιπόν, στον υλικό κόσμο, πραγματοποιείται με την κίνηση και οδηγεί από τη θέση στην αντίθεση και από την αντίθεση στη θέση. Άρα, η ΑΝΤΙΘΕΣΗ είναι βασική προϋπόθεση για την αλλαγή.

Κι ήρθε στη συνέχεια ο ανθρώπινος νους – η διανόηση – να προσθέσει ένα ακόμη στοιχείο, για να μπορεί να βάζει τάξη και να αντιλαμβάνεται την αλλαγή. Και το στοιχείο αυτό είναι ο ΧΡΟΝΟΣ.

Συνεπώς το ανθρώπινο είδος στην υλική του διάσταση, βασίζεται πάνω στην ύλη, μέσα στη διάσταση του χρόνου μεταβάλλεται και γίνεται το αντίθετο από αυτό που ήταν, Κι είπα τότε: «Καταλαβαίνω γιατί τίποτε το ανθρώπινο δεν παραμένει σταθερό κι όλα αλλάζουν συνεχώς. Κι ακόμη καταλαβαίνω γιατί κάτι που στην αρχή μου άρεσε, φθάνει στην άλλη άκρη, γίνεται ακριβώς το αντίθετο από ότι ήταν και, φυσικά, δεν το θέλω». Να, λοιπόν, ένας λόγος για τον οποίο δεν θέλουμε τις αλλαγές και δεν είμαστε ποτέ ευχαριστημένοι.
Στη συνέχεια σκέφτηκα ότι, αφού ο άνθρωπος προέρχεται από το πνευματικό επίπεδο κι έχει και μια πνευματική διάσταση, θα έπρεπε να καταλάβω και τα χαρακτηριστικά της διάστασης αυτής και να δω μήπως αι αυτά συμβάλλουν στο φόβο της αλλαγής και στη δυσαρέσκεια που μας προκαλεί.

Στο πνευματικό επίπεδο, λοιπόν, τα πάντα είναι ακίνητα, σε σιωπή και άχρονα. Η γοητεία του σταθερού, του αμετάβλητου, του άχρονου κατοικεί μέσα μας. Και τότε κάνουμε το λάθος να μεταφέρουμε στο υλικό επίπεδο τα χαρακτηριστικά του πνευματικού επιπέδου. ‘Έτσι, κάθε φορά που δημιουργούμε κάτι στο υλικό επίπεδο – προπάντων όταν μας ευχαριστεί – θέλουμε να παραμείνει σταθερό και αμετάβλητο.

Και είναι αυτός ο δεύτερος – κι ίσως ο κυριότερος – λόγος, για τον οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένος από τη ζωή του. Κι αφού οι σχέσεις των ανθρώπων με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, αναζήτησα παραδείγματα τέτοιων σχέσεων για να επιβεβαιώσω τις παραπάνω σκέψεις μου. Ας δούμε, λοιπόν, σαν παράδειγμα, την περίπτωση του φίλου και συναδέλφου μου από το πανεπιστήμιο, του καθηγητή της γλωσσολογίας που ανέφερα πιο πάνω. Ο άνθρωπος αυτός παντρεύτηκε δύο φορές. Και, κάποια στιγμή, θέλησε να μιλήσουμε για τα προβλήματά του στο δεύτερο γάμο του, που ήταν περίπου τα ίδια, όπως και στον πρώτο.

«Δεν καταλαβαίνω», μου είπε, «γιατί, για δεύτερη φορά, συμβαίνουν τα ίδια».
Συζητήσαμε διεξοδικά το θέμα και σιγά-σιγά αποκαλύφτηκαν τα εξής: στη δεύτερη προσπάθειά του να ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή, δημιούργησε μια καινούρια κατασκευή, που τη βάσισε πάνω στην ύλη, όπως είχε κάνει και στον πρώτο του γάμο. Κι αφού ήταν ύλη, άλλαζε μέσα στο χρόνο και βάδιζε σταθερά προς το αντίθετό της. Ο φίλος μου, όμως, επιθυμούσε και πίστευε ότι η σχέση με τη γυναίκα του, η κοινή τους ζωή, μένει αναλλοίωτη κι αρνιόταν να δει τις αλλαγές που συνέβαιναν. Συνεπώς, δεν φρόντιζε να αλλάξει και ο ίδιος, για να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Κι είχε τόσο προχωρήσει η αλλαγή, που ήταν πια πολύ κοντά στο αντίθετό της – στο σημείο όπου κι ο φίλος μου και η γυναίκα του ήταν δυσαρεστημένοι κι απογοητευμένοι, μολονότι είχαν πετύχει πολλά στο υλικό επίπεδο. Είχαν αποκτήσει ένα ωραίο σπίτι στην πόλη, ένα ωραίο εξοχικό, αλλά δεν κουβέντιαζαν πια, δεν γελούσαν κι ούτε ονειρεύονταν. Εκείνο που τους έμενε, τουλάχιστον αυτό πίστευε ο φίλος μου, ήταν το διαζύγιο ή να αποφασίσουν ότι θα συνεχίσουν να ζουν μαζί σαν συγκάτοικοι, ενώ ουσιαστικά ήταν πια χώρια.

Κι έπειτα, σαν παράδειγμα μιας σχέσης που κράτησε ζωντανή και γεμάτη χαρές, σκέφτηκα τη σχέση των γονιών μου. Όταν γιορτάσαμε τα εξήντα χρόνια του γάμου τους, η αγάπη τους ήταν πάντα ζωντανή κι ένιωθαν βαθιά ικανοποίηση για τα χρόνια που πέρασαν μαζί. Κι όμως, πολλά πράγματα είχαν αλλάξει στη ζωή τους. Πώς η σχέση τους δεν έγινε το αντίθετο από ότι ήταν στην αρχή, ώστε να νιώθουν δυσαρεστημένοι, ανικανοποίητοι, και να απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον;

Στάθηκα κι αναλογίστηκα κάποιες από τις αλλαγές αυτές. Στην αρχή του γάμου τους, ο πατέρας μου πρότεινε ότι ο θείος Βασίλης, ο αδελφός της μάνας μου, έπρεπε να μείνει μαζί τους. Κι είναι γεγονός ότι ο θείος μου ήταν αξιολάτρευτος άνθρωπος. Κι όταν γύρισε από τον πόλεμο του 1914-1922 με κρυοπαγήματα, αγκύλωση στον αυχένα και χρόνια βρογχίτιδα έζησε με τη μητέρα μου και τη φρόντιζε ως το γάμο της. Τόσο η μάνα μου, όσο κι ο θείος Βασίλης δέχτηκαν την πρόταση του πατέρα μου με χαρά. Κι ο θείος έγινε ο καλύτερος φίλος του πατέρα μου. Κι όταν γεννηθήκαμε πρώτα εγώ και μετά η αδελφή μου, ξανά και ξανά οι γονείς μου αγκάλιασαν με αγάπη κάθε νέο μέλος της οικογένειάς τους. Δέχτηκαν ακόμα τις αλλαγές που κάθε νέα παρουσία προκαλούσε στις συνθήκες ζωής τους.

Και τι σήμαινε αυτό; Σήμαινε ότι βλέπανε τις αλλαγές και τις ονόμαζαν. Λόγου χάρη, ο πατέρας μου είχε πει: «Όταν η γυναίκα αποκτήσει παιδιά, τη χάνει ο άντρας της». Σίγουρα, δήλωνε κάποιο φόβο και ίσως κάποιο παράπονο η φράση αυτή.

Τι έκανε στη συνέχεια; Αποδέχτηκε την αλλαγή, εντάχθηκε μέσα της και τότε η αλλαγή έγινε προς όφελός του. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να πω ότι ο πατέρας μου άρχισε να βοηθάει τη μητέρα μου στη φροντίδα μας. Κι ήταν γλυκές αυτές οι στιγμές που παίζαμε όλοι μαζί.

Κι όταν εμείς κοιμόμαστε, ήταν κι η μάνα μου πιο ξεκούραστη και σίγουρα ικανοποιημένη από τη συνεργασία τους κι είχε τη διάθεση να ξαναγίνει η «κοπέλα» του, όπως την έλεγε ως το τέλος της ζωής τους. Και χαίρονταν τα μεζεδάκια και τη μπύρα τους κι έλεγαν τα δικά τους. Κι άλλες φορές, μας άφηναν με το κορίτσι του σπιτιού κι έβγαιναν. Ή έρχονταν στο σπίτι φίλοι ή συγγενείς και κάνανε παρέα.

Με αυτόν τον τρόπο μπορεί κανείς να κρατήσει μια σχέση και να την κάνει «άχρονη» και στους έξω μοιάζει αναλλοίωτη. Ενώ δεν είναι. Γιατί, όσο ζούμε στο επίπεδο της ύλης, η αλλαγή είναι αναπόφευκτη. Από μας εξαρτάται, όμως να την κάνουμε ευεργετική ή καταστροφική για μας και τις σχέσεις μας. Μόνο από εμάς.

Ακροατής: Όπως ξέρουμε, τα διαζύγια παλαιότερα ήταν σπάνια. Ενώ στην εποχή μας και πολλοί γάμοι διαλύονται και το ποσοστό των διαζυγίων κάθε χρόνο αυξάνει. Και σκέφτομαι ότι τον καιρό του παππού και της γιαγιάς μου, η ζωή ήταν πιο απλή, οι ανάγκες λιγότερες κι ίσως γι’ αυτό και οι σχέσεις των ζευγαριών ήταν πιο ικανοποιητικές.

Κ.Φ.: Δεν συμφωνώ. Δεν χωρίζανε γιατί το διαζύγιο θεωρείτο πολύ μεγάλη ντροπή. Κι ακόμα, ένας χωρισμός είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες για την γυναίκα και την πατρική της οικογένεια. Γι’ αυτό συνέχιζαν να ζουν μαζί ενώ η σχέση τους είχε πεθάνει. Ζούσαν μαζί και χώρια. Λόγου χάρη, η γιαγιά της μάνας μου έτρωγε άγριο ξύλο από τον άντρα της επειδή αρνιόταν να κάνει έρωτα μαζί του. Είχε, λέει, βλαστημήσει τη την κόρη τους κι εκείνη πέθανε. Κι αρνιόταν τον έρωτα, σαν αυτοτιμωρία. Και δεχόταν και το ξύλο χωρίς να διανοηθεί καν να χωρίσει.

Ακροατής: ίσως όμως αυτοί οι άνθρωποι να ήταν η εξαίρεση. Γιατί έχω δει πολλούς γέροντες που δεν χώρισαν, αλλά ζούσαν καλά μαζί.

Κ.Φ.: Όταν βλέπουμε απ’ έξω τις σχέσεις των ανθρώπων, δεν ξέρουμε τι πραγματικά συμβαίνει μεταξύ τους. Και σήμερα βλέπεις ζευγάρια που συμπεριφέρονται, τουλάχιστον δημόσια, σαν «τέλεια ικανοποιημένοι», γιατί δεν θέλουν να μιλήσουν ή να δείξουν πόσο δεν ζουν καλά. Κάποιες φορές, μάλιστα, νιώθουμε έκπληξη όταν πληροφορηθούμε ότι χωρίζουν. Κι άλλες φορές, ακόμα και σήμερα, δεν χωρίζουν, ενώ δεν νιώθουν πια ότι είναι μαζί. Σας είπα πριν, ότι ο φίλος μου ο γλωσσολόγος, σκεφτόταν σοβαρά να μην χωρίσει για δεύτερη φορά, ενώ ένιωθε ότι θα είναι με την γυναίκα του απλοί συγκάτοικοι. Η σχέση πάντα βασιζόταν στην ύλη, ακολουθεί τους νόμους που την διέπουν. Κι αλλαγή είναι αναπόφευκτη. Και γίνεται κυρίως μέσα μας.
Για παράδειγμα, όταν αρχίζει μια σχέση, αρχίζει επειδή τη θέλω και βρίσκω ότι ο σύντροφός μου μού αρέσει και περνάμε ωραία μαζί. Με τον καιρό, φυσικά, η εμφάνισή του παρουσιάζει κάποιες αλλαγές. Κι εγώ δεν τις θέλω κι αρχίζω να βλέπω ότι δεν μου αρέσει όσο στην αρχή. Είναι όρος μου, ανάγκη δικιά μου και απαίτησή μου, να μην αλλάξει γιατί εγώ φοβάμαι την αλλαγή.

Θυμάμαι ένα ζευγάρι που ήταν, βέβαια, ακραία περίπτωση, όταν στη δέκατη τέταρτη επέτειο του γάμου τους, παραβρέθηκα στην ακόλουθη τελετή - γιατί πώς αλλιώς να την ονομάσω; Εκείνη φόρεσε το νυφικό της και 'κείνος ήταν πασίχαρος, γιατί της έμπαινε πάντα το ίδιο καλά, όπως και την πρώτη φορά που το φόρεσε. Είχε κι άλλες απαιτήσεις ο κύριος αυτός.

Για να την παντρευτεί, έπρεπε εκείνη να βάφει τα μαλλιά της ξανθά, να τα κάνει κότσο και να φορά τακούνια δέκα πόντους ψηλά. Και 'κείνη το έκανε, ώσπου, σε ηλικία 60 ετών, επαναστάτησε. Πρώτα έκοψε τα μαλλιά της. Μετά έπαψε να τα βάφει. Μετά κατάργησε τα τακούνια. Μόνο κιλά δεν έβαλε.

Και κόντεψαν να χωρίσουν. Γιατί μαζί, έτσι έλεγε εκείνος, άλλαξε κι ο χαρακτήρας της. Παλιά, λέει, εκείνη είχε τα ίδια γούστα και τις ίδιες επιθυμίες, όπως κι εκείνος. Και τώρα, εκείνη ήθελε να πηγαίνει στο θέατρο κι επειδή εκείνος δεν ήθελε, άρχισε να πηγαίνει με φίλες της. Και παλιά ήταν γλυκομίλητη και τώρα μιλούσε απότομα. Και άλλα τέτοια. Ποια ήταν η αλήθεια;
Από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους και οι δύο είχαν δει κάποια χαρακτηριστικά στο σύντροφό του που δεν τα επιθυμούσαν. Και περίμεναν ότι θα κάνουν το σύντροφό τους να τα αλλάξει, για να είναι οι ίδιοι ευχαριστημένοι. Και εκείνος απαίτησε τις αλλαγές αυτές για να την παντρευτεί. Και κείνη περίμενε να τον αλλάξει μετά το γάμο.

Προσοχή. Δεν μιλούμε εδώ για την αναπόφευκτη αλλαγή που οφείλεται στα χαρακτηριστικά της ύλης. Μιλούμε για την επιβολή των δικών μας προτιμήσεων στον άλλον άνθρωπο. Αυτές οι αλλαγές, αντίθετα από τις άλλες, όταν δεν πραγματοποιηθούν, μας κάνουν να νιώθουμε ανικανοποίητοι. Ενώ για τις φυσικές αλλαγές, νιώθουμε ανικανοποίητοι όταν πραγματοποιούνται.

Ακροατής: Θα ήθελα να μας εξηγήσετε λίγο ακόμα πως γίνεται να αγαπήσουμε τις φυσικές αλλαγές του συντρόφου μας και τις δικές μα, ώστε να μη διαλύεται η σχέση.

Κ.Φ.: Ας το πω κάπως αλλιώς. Ας πούμε πως έχει λιακάδα. Η λιακάδα μας αρέσει και θα θέλαμε να διατηρηθεί. Όμως, μετά βρέχει και εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε ηλιοθεραπεία, δεν μπορούμε να κολυμπήσουμε και μετά θυμώνουμε. Και λέω κάθε φορά σε όσους μου κάνουν ερώτηση παρόμοια με τη δικιά σας: «Θα πρέπει να φτάσουμε στο σημείο όπου, όταν έχει λιακάδα χαιρόμαστε τη λιακάδα και κάνουμε όσα γίνονται στη λιακάδα. Κι όταν βρέχει, χαιρόμαστε γιατί βρέχει και κάνουμε όσα γίνονται με τη βροχή». Γιατί, όταν βρέχει, μπορούμε να χαρούμε τη χουχουλιά του σπιτιού μας. Ή να περπατήσουμε στη βροχή, να πλατσουρίσουμε στις λακκούβες με το νερό. Ή να δούμε πως ξεδιψά η γη ή πως πλένονται τα πεζοδρόμια και τόσα άλλα.

Το ίδιο ακριβώς γίνεται με τις σχέσεις μας. Λέμε: «Όταν σε γνώρισα, εσύ είχες λιακάδα. Τώρα μου βγάζεις βροχή ή άνεμο. Που το είχες κρυμμένο αυτό το χαρακτηριστικό; Γιατί δεν ήσουν ειλικρινής; Γιατί με ξεγέλασες;

Ακροατής: υπάρχει όριο στην ανοχή μας στην αλλαγή;

Κ.Φ.: Φυσικά υπάρχει. Αν για να δεχθώ την αλλαγή του άλλου, πρέπει να παραβιάσω ορισμένες ηθικές μου αρχές, αν χρειάζεται να μην ικανοποιώ βασικές μου ανάγκες, τότε γίνομαι ανελαστικός και δεν μπορώ κι ούτε πρέπει να δεχτώ τις αλλαγές αυτές.

Φόβοι και επιθυμίες

Για να γίνει ακόμα πιο σαφές σε τι οφείλονται οι χαρές ή οι στενοχώριες μας, σε κάποια από τις προηγούμενες "Βραδιές" μας είχαμε πει τα ακόλουθα:
Όταν κάτι δεν πάει καλά στη ζωή μας και επιχειρούμε νa το αλλάξουμε για να ζήσουμε καλύτερα, ή, αν θέλετε, έπειτα από μία αποτυχία στο επάγγελμα ή στο γάμο, δοκιμάζουμε ξανά, η απόπειρα για αλλαγή βασίζεται στην ακόλουθη λειτουργία.

Η σκέψη μας ανατρέχει στη μνήμη κι αναζητά μοντέλο δράσης. Κι αν κάποιο μοντέλο στο παρελθόν μας προκάλεσε πόνο, από φόβο δεν το χρησιμοποιούμε ξανά. Κι αν πάλι μας προκάλεσε χαρά, τότε το επαναλαμβάνουμε.

Έτσι, μέσα στον υλικό κόσμο, κινούμαστε ανάμεσα σε δύο παραμέτρους: την επιθυμία και το φόβο. Όμως, και στις δύο περιπτώσεις έχουμε κάνει λάθος. Κι ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση της επιθυμίας. Όταν, μέσα στον υλικό κόσμο, επιθυμώ να επαναλάβω στο παρόν και στο μέλλον ένα μοντέλο του παρελθόντος, αυτό σημαίνει ότι δεν έχω δεχτεί ή αντιληφθεί ότι ο υλικός κόσμος, μέσα στη διάσταση του χρόνου, κινείται και αλλάζει. Συνεπώς, για να ζήσω καλά, δεν μπορώ να εφαρμόσω στο παρόν και πολύ περισσότερο στο μέλλον τα μοντέλα του παρελθόντος, όσο κι αν τότε αυτά με οδήγησαν προσωρινά στην επιτυχία και τη χαρά. Κι αν τα χρησιμοποιήσουμε, κι αν στην αρχή μας δώσουν θετικά αποτελέσματα, για άλλη μια φορά, αναπόφευκτα, μέσα στο χρόνο γίνονται αλλαγές. Αν εμείς δεν αναπροσαρμόσουμε τα μοντέλα μας σε αυτές, αν βρεθούμε εκτός αλλαγής, θα φτάσουμε πάλι στο σημείο όπου το θετικό θα έχει γίνει αρνητικό. Θα ζήσουμε έναν ακόμα φαύλο κύκλο.

Και κάθε φορά, με κάθε επανάληψη του φαύλου κύκλου, μεγαλώνει ο φόβος και η αποθάρρυνσή μας. Τόσο ώστε, κάποιοι από εμάς, φτάσουμε στο σημείο της αυτοεγκατάλειψης και δεν επιθυμούμε να δοκιμάσουμε ξανά. Κι ενώ ως κάποιο σημείο λέγαμε: «Καλά τα πάω. Είμαι ωραίος άνθρωπος. Αλλά έχω και αποτυχίες», φθάνουμε στο σημείο να πούμε: «Είμαι αποτυχημένος. Δεν αξίζω τίποτα. Δεν αξίζει να ζω και να αγωνίζομαι». Και περιμένουμε το θάνατο να μας ελευθερώσει.

Ο χρόνος

Η επόμενη και τελική ερώτηση που με απασχόλησε ήταν: «Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από τον φαύλο κύκλο;»

Είπαμε ότι τα πράγματα στον υλικό κόσμο βασίζονται στην ύλη. Στον κόσμο αυτό η αλλαγή συμβαίνει μέσα στο χρόνο. Κι ο χρόνος είναι κατασκευή της ανθρώπινης διανόησης. Κι αφού εμείς κατασκευάσαμε το χρόνο, εμείς μπορούμε και να τον καταργήσουμε. Ακριβώς όπως ένα σπίτι που έχουμε κτίσει και μπορούμε να το γκρεμίσουμε.

Το θέμα της κατάργησης του χρόνου με είχε απασχολήσει από παλιά κι είχα μελετήσει πολλές θεωρίες μεγάλων σοφών που ασχολήθηκαν με αυτό. Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ήταν, κατά τη γνώμη μου, όσα διάβασα στους διάλογους του Κρισναμούρτι με τον Bohm. Μολονότι όμως και αυτοί οι δύο, όπως και πολλοί άλλοι, λένε ότι πρέπει να καταργήσουμε το χρόνο, κατά τη γνώμη μου, δεν μας είπαν με σαφήνεια, γιατί αυτή η κατάργηση θα αποτελούσε τη λύση των προβλημάτων μας. Όπως δε μας είπαν, πώς θα είναι ο άνθρωπος όταν ζήσει έξω από το χρόνο.

Ακροατής: Αν κατάλαβα καλά, πρόκειται για δύο ερωτήσεις. Η πρώτη είναι: "Πώς θα βγούμε έξω από το χρόνο" κι η δεύτερη: "Πώς θα είμαστε έξω από το χρόνο".

Κ.Φ.: Προς το παρόν, θέλω να εξετάσουμε πώς θα είμαστε έξω από το χρόνο. Όπως λοιπόν μας λένε οι μαρτυρίες όλων των μεγάλων δασκάλων, το πρώτο πράγμα που συμβαίνει είναι ότι ο άνθρωπος ενώνεται με την κοσμική συνείδηση. Γιατί μέσα στο χρόνο λειτουργούμε με την κατώτερη συνείδηση. Και η κατώτερη συνείδηση λειτουργεί σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της ύλης: την αντίθεση, την αλλαγή, το χρόνο, τη σκέψη, τη μνήμη. Ή καλύτερα, το σύνολο αυτών των λειτουργιών το ονομάζουμε κατώτερη συνείδηση.

Η κοσμική συνείδηση

Η κοσμική συνείδηση λειτουργεί σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του πνεύματος. Κι όπως είπαμε, στο πνευματικό επίπεδο δεν υπάρχει χρόνος, όπως δεν υπάρχει ύλη, αντίθεση, αλλαγή.

Και τότε φυσικά δεν θα μπορούμε, μέσα στο φυσικό υλικό κόσμο, να κτίσουμε το δικό μας υλικό κόσμο με όλες τις κατασκευές του, τόσο τις υλικές όσο και τις διανοητικές. Και τι θα μας συμβεί; Πώς θα είμαστε;

Στο σημείο αυτό μου συνέβη μια μερική αποκάλυψη. Είδα στον εαυτό μου αυτό που έλεγαν όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι: «Όταν είσαι σε επαφή με την κοσμική συνείδηση, δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα».

Τα κρίνα του αγρού και τα πετεινά του ουρανού δε χρειάζεται να κάνουν τίποτα για να ζήσουν, να τραφούν, να αναπαραχθούν. Δεν έχουν ανάγκη να σκεφτούν, να σχεδιάσουν, να προγραμματίσουν, να κρίνουν, να επιλέξουν, να επιτύχουν ή να αποτύχουν, να χαρούν ή να πονέσουν.

Έτσι κι ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να κάνει κάτι. Γιατί, αν αυτό που χρειάζεται είναι βασική, λειτουργική ανάγκη του, τότε αυτό γίνεται από μόνο του.

Για παράδειγμα, όταν ο άνθρωπος θέλει να γίνει πλούσιος, δεν μπορεί να το επιτύχει λειτουργώντας σύμφωνα με την κοσμική συνείδηση. Γιατί η συσσώρευση αγαθών δεν είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση των βασικών του αναγκών. Και ακόμα, η συσσώρευση αυτή γεννά σε άλλους ανθρώπους στέρηση. Και είναι η αιτία της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Και προκαλεί τοπική ανισορροπία στο σύμπαν.

Και είναι πολλοί οι τρόποι με τους οποίους ο άνθρωπος διαταράσσει την κοσμική ισορροπία. Ένας από αυτούς είναι και ο πόλεμος. Για τον Δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο έχουν γίνει συστηματικές έρευνες κι έχουν αποδείξει ότι έχει προκαλέσει τεράστια ανισορροπία στον πλανήτη μας. Κι οι πόλεμοι, από τότε κι ως σήμερα, δεν έχουν σταματήσει ούτε μία μέρα.

Πολύ σύντομα, ας θυμηθούμε μερικούς ακόμα τρόπους, με τους οποίους ο άνθρωπος προκαλεί ανισορροπία στον πλανήτη μας. Με τις προόδους της ιατρικής λόγου χάρη, προκλήθηκε ο υπερπληθυσμός. Με τον υπερπληθυσμό γεννήθηκε η ανάγκη παραγωγής περισσοτέρων τροφίμων. Κι έτσι, με λιπάσματα επιβλαβή για την υγεία, παράγουμε περισσότερα δημητριακά, φρούτα και λαχανικά. Και επεμβαίνουμε στη διατροφή και την αναπαραγωγή και το γενετικό υλικό των ζώων και των πουλερικών και, με έναν ακόμα τρόπο, κάνουμε κακό στην υγεία μας.

Ξέρουμε όμως, ότι η ισορροπία αποτελεί βασική λειτουργία του σύμπαντος. Γι΄ αυτό άλλωστε, όπου ο άνθρωπος που λειτουργεί με την κατώτερη συνείδηση προκαλεί ανισορροπία, ή, αν θέλετε, διαταράσσει την κοσμική ισορροπία, το σύμπαν παρεμβαίνει και την αποκαθιστά ξανά. Δεν μας είναι πάντα κατανοητές οι παρεμβάσεις αυτές. Και για αυτό πολλές φορές μας φοβίζουν. Νέες αρρώστιες λόγου χάρη, κυρίως αν είναι επιδημικές, μπορούν να περιορίσουν τον υπερπληθυσμό.

Όταν όμως ο άνθρωπος συνδεθεί με την κοσμική συνείδηση, όχι μόνο δεν προκαλεί ανισορροπία στο περιβάλλον του και στον εαυτό του, αλλά γίνεται συνεργάτης του σύμπαντος για τη διατήρηση της ισορροπίας, όπως και για την αποκατάσταση της, όπου δημιουργείται περιστασιακή ανισορροπία.

Ακροατής: Θυμούμαι δύο παραδείγματα από το ζωικό κόσμο, που μας είχες πει παλιότερα και που επαληθεύουν όσα λέμε τώρα. Μπορώ να τα πω;

Κ.Φ.: Σε ακούμε.

Ακροατής: Το πρώτο έχει σχέση με τον έλεγχο του υπερπληθυσμού. Μας είχες πει λοιπόν ότι τα ποντίκια, όταν αυξηθεί τόσο ο αριθμός τους σε μια περιοχή ώστε να μη μπορούν να τραφούν, πάνε ομαδικά και πνίγονται είτε σε ποτάμι είτε σε λίμνη ή στη θάλασσα. Κι αυτό δεν είναι αυτοκτονία, αλλά έλεγχος του υπερπληθυσμού. Γιατί τα ποντίκια, όπως και όλα τα ζώα, είναι άμεσα συνδεδεμένα με την κοσμική συνείδηση και φροντίζουν νια την αποκατάσταση της ισορροπίας, όπου αυτή διαταράσσεται.

Κ. Φ.: Έτσι, έτσι είναι. Ακροατής: Το δεύτερο παράδειγμα αποδεικνύει πως ο άνθρωπος, με την παρέμβαση του, μπορεί να κάνει ακόμα και τα ζώα να χάσουν την επαφή τους με την κοσμική συνείδηση και να αποκτήσουν συμπεριφορές σαν κι εκείνες που έχει ο άνθρωπος εξαιτίας του ανταγωνιστικού πολιτισμού του. Έτσι, σε μία οικογένεια από γορίλες, κάποιοι ερευνητές, δώσανε πολλές μπανάνες. Πολύ περισσότερες από όσες θα μπορούσαν να φάνε. Κι ο αρχηγός της οικογένειας τις κράτησε δίπλα του και τις έδινε μόνο αν τον προσκυνούσαν, αν έκαναν τούμπες, αν του έγλυφαν τα πόδια κι άλλα τέτοια απαίσια. Η αφθονία δηλαδή, προκάλεσε σε αυτή την οικογένεια συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν τα αυταρχικά καθεστώτα.

Κ.Φ.: Ναι, Αυτά κάνει ο άνθρωπος, όσο λειτουργεί με την κατώτερη συνείδηση, τη συνείδηση του εγώ. Όταν όμως, ανέβει στο ανώτερο επίπεδο, στην κοσμική συνείδηση δηλαδή, οι πράξεις του δεν διαταράσσουν την κοσμική ισορροπία. Είτε γιατί δεν κάνει κάποιες πράξεις - λόγου χάρη δε συσσωρεύει υλικά αγαθά, είτε γιατί ακόμα κι όταν κάνει τις ίδιες πράξεις που έκανε στο κατώτερο επίπεδο, τις κάνει με τρόπο λειτουργικό, ευεργετικό για τον εαυτό του και το σύνολο. Όταν βρισκόμαστε στο δεύτερο επίπεδο, όπως ήδη είπαμε, δεν υπάρχει ο χρόνος. Χωρίς χρόνο δεν υπάρχει η έννοια της αλλαγής. Χωρίς την αλλαγή καταργείται αυτόματα η μνήμη. Γιατί, χωρίς αλλαγή, δεν έχουμε να αποταμιεύσουμε στη μνήμη τον τρόπο που την αντιμετωπίσαμε, ώστε να τον χρησιμοποιήσουμε ξανά σε μια επόμενη αλλαγή.

Όταν καταργηθεί η μνήμη, καταργείται η σκέψη. Γιατί η λειτουργία της σκέψης είναι να επεξεργάζεται το υλικό της μνήμης και να επιλέγει ότι θεωρεί πιο κατάλληλο, για να εξυπηρετήσει τις αλλαγές στο παρόν και στο μέλλον.

Συνεπώς, οι δύο παράμετροι με τις οποίες κινείται ο άνθρωπος, όσο ζει στο κάτω επίπεδο, μόλις ανέβει στο επίπεδο της κοσμικής συνείδησης εξαφανίζονται. Και οι παράμετροι αυτές είναι η επιθυμία και ο φόβος. Γιατί όταν βρίσκεσαι στο πάνω επίπεδο, είσαι ένα με το σύμπαν, είσαι μαζί με το Ένα. Κι όταν είσαι μαζί με το Ένα δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Κι όταν εξαφανίζεται ο φόβος, εξαφανίζεται και η επιθυμία. Όταν λοιπόν ζούμε στο δεύτερο επίπεδο, σε μια πραγματικότητα χωρίς χρόνο, αλλαγή, μνήμη, σκέψη, φόβο και επιθυμία, ζούμε σε πληρότητα, σε ένα κενό που είναι γεμάτο, και έτσι δε χρειάζεται καμιά πράξη για να το γεμίσει.

Και εξηγούμαι. Εφόσον στο επίπεδο αυτό είναι όλα εκεί και είναι όλα Ένα, κι αφού και ο άνθρωπος είναι ένα με όλα, δεν του λείπει τίποτα και δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα για να αποκτήσει όσα έχει ανάγκη. Κι αν για κάποια πράγματα χρειάζεται πράξη, αυτή γίνεται από το Σύμπαν κι ο άνθρωπος δεν έχει παρά να είναι παρών σε αυτό που γίνεται. Και δεν έχει παρά να δεχθεί τα πράγματα έτσι όπως είναι. Επειδή όμως έχουμε σώμα, και για όσο καιρό το έχουμε, κι αφού το σώμα είναι πυκνή ύλη, δεν είναι δυνατόν να μείνουμε στο πάνω επίπεδο. Είναι ανάγκη να κατεβαίνουμε στο κάτω επίπεδο, στην κατώτερη συνείδηση. Αλλά η επίσκεψη μας στην ανώτερη συνείδηση, μας επιτρέπει να καταλάβουμε ποια είναι τα προβλήματα που έχουμε στο επίπεδο της ύλης και πώς μπορούμε να τα αποφύγουμε.

Παρενθετικά να θυμίσω ότι ο άνθρωπος, με την ενσάρκωση, κατεβαίνει από το πνευματικό επίπεδο στο επίπεδο της ύλης και ντύνεται την ύλη σαν ένα ρούχο. Με το θάνατο, ο άνθρωπος βγάζει το υλικό του ρούχο και πηγαίνει ξανά στο επίπεδο του πνεύματος. Γι΄ αυτά που γίνονται μετά το θάνατο και την επιστροφή του ανθρώπου στο πνεύμα, θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά.

Και συνεχίζω. Όταν ο άνθρωπος, μετά την επίσκεψη του στο πνευματικό επίπεδο, κατεβαίνει ξανά στο υλικό επίπεδο, μπαίνει και πάλι στα πλαίσια του χρόνου και λειτουργεί με τη μνήμη, τη σκέψη και τη φαντασία. Κι εμφανίζονται και πάλι οι επιθυμίες και οι φόβοι.

Όμως τώρα ο άνθρωπος λειτουργεί διαφορετικά. Και η κυριότερη διαφορά είναι ότι οι φόβοι και οι επιθυμίες δεν μας επιβάλλονται και ούτε καθορίζουν τις πράξεις μας. Δεν μας οδηγούν σε πράξεις μη - λειτουργικές, μη - δημιουργικές, που να διαταράσσουν την κοσμική ισορροπία. Κι ο φόβος της αλλαγής, οποιασδήποτε αλλαγής, ακόμα κι όταν δεν εξαφανίζεται δεν μας εμποδίζει να αποδεχόμαστε το κάθε παρόν και να ζούμε καλά.

Θα ήθελα να μου πείτε μια επιθυμία ή ένα φόβο σας, για να σας δείξω πιο συγκεκριμένα αυτή τη διαφορά.

Ακροατής: ένας πανανθρώπινος φόβος είναι ο φόβος του θανάτου. Κι άλλοι φοβόμαστε τον προσωπικό μας θάνατο κι άλλοι τρέμουμε μην πεθάνουν δικοί μας άνθρωποι.

Κ.Φ. : Πράγματι, ο φόβος του θανάτου στο επίπεδο του υλικού κόσμου, είναι πανανθρώπινος. Κι αυτό γιατί, στο επίπεδο αυτό ο κόσμος μέσα στο χρόνο κινείται και αλλάζει. Κι η κίνηση οδηγεί από τη θέση στην αντίθεση. Όσο ζούμε στο υλικό επίπεδο, η αντίθεση της ζωής είναι ο θάνατος. Κι αν η ζωή είναι κάτι καλό, θετικό, ο θάνατος είναι για μας κάτι αρνητικό κι ανεπιθύμητο.

Κι όπως είπαμε, κάθε κίνηση και αλλαγή μας απειλεί, γιατί μέσα μας ζει πάντα η ανάμνηση του αιώνιου, του ακίνητου, του άχρονου πνευματικού επιπέδου. Κι αφού ο άνθρωπος θεωρεί το θάνατο αρνητικό και προς αποφυγή, προσανατολίζει τη δημιουργία του στην επινόηση και την κατασκευή μέσων και τρόπων που απομακρύνουν το θάνατο. Η ιατρική, η φαρμακολογία, η χημεία τροφίμων και άλλες επιστήμες, αλλά και η τεχνολογία και οι βιομηχανίες, δημιουργήθηκαν για να απομακρύνουν το θάνατο. Κι επειδή είναι δημιουργήματα που μας τα επιβάλλει ο φόβος του θανάτου, δεν είναι συμβατά με την κοσμική οικονομία και την κοσμική συνείδηση και γι΄ αυτό διαταράσσουν την κοσμική ισορροπία. Όταν όμως επισκεφθούμε το πάνω επίπεδο, βλέπουμε ότι ο θάνατος, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε με την κατώτερη συνείδηση, δεν υπάρχει. Ή, όπως λένε όλοι οι σοφοί γέροντες στο Άγιο Όρος, ο θάνατος δεν είναι χαμός.

Και γιατί δεν είναι ο θάνατος χαμός; Τι βλέπουμε όταν ανεβαίνουμε στο επίπεδο της κοσμικής συνείδησης; Βλέπουμε ότι αυτό που είμαστε είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από το υλικό μας σώμα. Κι όταν χάσουμε το σώμα μας, αυτό το βαθύ, το ουσιαστικό μέρος του είναι μας - η πνευματική μας διάσταση - συνεχίζει να υπάρχει.

Και τότε καταλαβαίνουμε για πρώτη φορά ότι το σώμα μας δεν είναι παρά ένα ρούχο, που φορέσαμε όταν, με την ενσάρκωση, κατεβήκαμε από το επίπεδο του πνεύματος στον υλικό κόσμο. Κι όπως όταν βγάζουμε το πουκάμισο μας για να το πλύνουμε, ή το πετούμε γιατί πάλιωσε, εμείς δεν παθαίνουμε τίποτα, έτσι και όταν αποχωριστούμε από το υλικό μας σώμα, δεν χανόμαστε.
Κι ας το πούμε διαφορετικά. Όταν ανεβαίνουμε στο πνευματικό επίπεδο, συνειδητοποιούμε ότι εμείς δεν είμαστε απλά και μόνο το σώμα μας. Είμαστε κάτι πολύ περισσότερο.

Κι αφού το συνειδητοποιήσουμε αυτό, όταν βρισκόμαστε στο κάτω επίπεδο, δεν φοβόμαστε πια το θάνατο.

Κι όταν δεν φοβάμαι το θάνατο εγώ, σαν άτομο, τι κάνω; Στο δικό μου χώρο εγκαθιδρύω ισορροπία: στην προσωπική μου ζωή, στην οικογενειακή μου ζωή, στις φιλικές μου σχέσεις, στον επαγγελματικό μου χώρο, όσο εξαρτάται από εμένα, εγκαθιδρύεται ισορροπία. Ή και πάλι, για να το πω αλλιώς, όσο εξαρτάται από μένα, δεν δημιουργείται ανισορροπία.

Κι ακόμα όταν, από αίτια έξω από μένα δημιουργηθεί ανισορροπία, και πάλι όσο μπορώ και ξέρω, κι όσο λιγότερο με κατακυριεύουν οι φόβοι και οι επιθυμίες μου, αποκαθιστώ ισορροπία.

Και μολονότι μπορεί αυτό μπορεί να ακουστεί σαν αλαζονεία, με την αποκατάσταση της ισορροπίας που πετυχαίνω γίνομαι συνεργάτης του σύμπαντος.

Όμως το θέμα μας δεν έχει εξαντληθεί. Είναι ανάγκη καθένας μας να μπορέσει να απαντήσει στο μεγάλο υπαρξιακό ερώτημα που λέει: "Ποιος είμαι; Και ποια είναι η θέση μου μέσα στο σύμπαν; Ποια η αποστολή μου; Ποιες οι ευθύνες μου;" Τεράστιο το ερώτημα. Ίσως ποτέ να μην μπορέσουμε να απαντήσουμε πλήρως σε αυτό. Πάντως, όσο εξαρτάται από μένα, θα συνεχίσουμε να το διερευνούμε, τόσο στο σεμινάριο διαλογισμού σε λίγες μέρες, όσο και σε επόμενους διάλογους. Κι ο καθένας από την αποψινή μας παρέα μπορεί να συνεχίσει να αναζητά απαντήσεις και μόνος του. Και ξέρω πως όταν ένα ερώτημα τεθεί, δεν γίνεται παρά να βρεθεί η απάντηση του. Χρειάζεται μόνο αγάπη για τον εαυτό μας και τους άλλους ανθρώπους, και η πίστη ότι είναι δυνατό και πρέπει ο κόσμος μας να γίνει καλύτερος και η ζωή μας πιο γλυκιά.

Σας αγαπώ πολύ και σας ευχαριστώ για την όμορφη συνεργασία μας.


ΧΑΡΤΗΣ GOOGLE

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη


είδαμε και μας άρεσαν οι ταινίες

Sliding Doors

Tο σπίτι στη λίμνη

Γαλάζια λίμνη

Don Juan de Marcos

Beautiful windy

The pursuit of happiness

Ο τελευταίος έρωτας

Πριν το ηλιοβασίλεμα

Το λουλούδι της ερήμου

Έκτη αίσθηση

Το πράσινο μίλι

Σινεμά ο παράδεισος

Άρωμα γυναίκας

Το ημερολόγιο

Ασκήσεις ηρεμίας

Καλύτερα δεν γίνεται

Slam dog Millionaire

Finding Never Found

Bag

All that jazz

See you in Paradise

Gezunt heit

Eat – Pray – Love

Karate kid

127 ώρες

Μαύρος Κύκνος

Ο λόγος του βασιλιά