ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ | ΕΙΜΑΣΤΕ | ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ | ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
        
Ελλάδα κομμάτι της ψυχής μας
Ο Οδυσσέας δεν ταξίδεψε ποτέ (Παρουσίαση)
η υγεία του ανθρώπου και η υγεία του κόσμου
το διηνεκές στην τρίτη χιλιετία
ωμοφαγική διατροφή
να κρίνουμε ή να μην κρίνουμε;
ιδού η απορία.
ποιος είναι ο ελεύθερος άνθρωπος;
συνέντευξη του μανώλη μπριλλάκη,
ΕΡΤ 1, 11/6/1999
γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν θυμώνουν;
θάνατος-ανάσταση
συνοδεία θανάτου
το παραμύθι του σύννεφου και της βροχής
το καφέ - σχολείο γεννιέται ή πως γκρεμίζεται ένας τοίχος.
οι κρίσεις στη ζωή μας
τι είναι διάλογος
σίβα ναταράγια
ο πρίγκιπας του κοσμικού χορού
τι τριάντα, τι σαράντα, τι ογδόντα
τα παιδιά: οι δάσκαλοι του ανθρώπου της νέας εποχής, της νέας συνείδησης
γιατί η σεξουαλική-ερωτική σχέση είναι τόσο σημαντική στη ζωή μας
το μανιφέστο της αγάπης
η πίστη και το απόλυτο
όταν ο έρωτας γίνεται έρωτας
συνέντευξη του κώστα φωτεινού στην εκπομπή της έλλης βαλσαμίδου
η ικανότητα που έχει ο άνθρωπος να θεραπεύεται μόνος του
ο φόβος της αλλαγής
το κοριτσάκι στο δάσος
ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ ΑΡΘΡΑ ΤΑΙΝΙΕΣ

τι είναι διάλογος

Κώστας Φωτεινός
«Μεταφυσική Ανάπτυξη του Ανθρώπου» Τόμος Γ΄
Από το εργαστήριο ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΕΙΝΟΥ
Καλοκαίρι 1993.

Η δυναμική που αναπτύσσεται σε μια συζήτηση η οποία κτίζεται με ερώτηση και απάντηση, είναι μεγάλη. Ουσιαστικά, δεν πρέπει να έχουμε εντύπωση ότι ερχόμαστε εδώ για να ρωτήσουμε κι ότι κάποιος μας απαντά. Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι υπάρχει κάποιος που μπορεί να μας απαντήσει κι ότι εμείς είμαστε κάποιοι που μπορούμε να ρωτήσουμε. Πιστεύω, πάντως, ότι το να ρωτάμε είναι πολύ πιο δύσκολο από το να απαντάμε.

Όταν θέτουμε μια ερώτηση σωστά, είναι βέβαιο ότι περιέχει τα τρία τέταρτα της απάντησης. Χρειάζεται μόνο επαναπροσδιορισμός κι ανασχηματισμός της ερώτησης για να έχουμε απάντηση. Αλλά δεν το ξέρουμε αυτό. Συνήθως, νομίζουμε ότι είναι κάποιοι που ξέρουν και κάποιοι που δεν ξέρουν. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι χρειάζεται να μπορέσω να ξεχωρίσω πότε η ερώτηση αναβλύζει από μέσα μας κι έχει ανέβει από την κοιλιά μου και πότε ΄χει κατέβει από το μυαλό μου. Από το μυαλό μου κατεβαίνει η ερώτηση, όταν ξέρω τι θα σας πω,, το έχω σχηματίσει με λέξεις στο μυαλό μου και δίνω εντολή στο φωνητικό μου σύστημα να κάνει την εκφώνηση. Τις πιο πολλές φορές λειτουργούμε έτσι, και τότε, βέβαια, η ερώτηση είναι φτωχή, είναι περιορισμένη στις επίκτητες γνώσεις, επειδή οι γνώσεις οι επίκτητες, όσο πολλές κι αν είναι, είναι φτωχές. Στην περίπτωση, λοιπόν, που η ερώτηση κατεβαίνει από το μυαλό, η απάντηση δεν είναι μέσα στην ερώτηση και γι’ αυτό έχουμε την εντύπωση ότι αυτός που ρωτάει δεν ξέρει. Ή ότι αυτός που ρωτάει πρέπει να μάθει από την απάντηση κάποιου άλλου. Οι ερωτήσεις αυτές είναι λογικές. Και είναι φτωχές. Γι’ αυτό νομίζουμε ότι είναι μειονέκτημα να ρωτάμε. Και νοιώθουμε άσχημα. Κι από τις πολλές ερωτήσεις που κατεβαίνουν από το μυαλό, βλέπουμε ότι δεν καταλήγουμε πουθενά. Και είμαστε μπερδεμένοι, χαμένοι. Φθάνουμε σε υπαρξιακό αδιέξοδο και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Και λέμε: «Τι στην ευχή. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πριν καταλάβαινα και τώρα δεν καταλαβαίνω».

Οι ερωτήσεις οι ουσιαστικές, οι πραγματικές, που μας τίθενται, που μας επιβάλλονται στη ζωή μας κάποια στιγμή, έρχονται από το βάθος μας. Αυτές οι ερωτήσεις δεν κατεβαίνουν από το κεφάλι, ανεβαίνουν από την κοιλιά. Πώς ξέρουμε ότι ανεβαίνουν από την κοιλιά; Το ξέρουμε γιατί τις ακούμε ταυτοχρόνως κι εμείς την ώρα που τις θέτουμε. Δηλαδή, δημιουργείται υπαρξιακό βίωμα μέσα στα σπλάχνα, μέσα στο κέντρο που βρίσκεται πάνω από το κέντρο του σεξ. Στο ζωτικό κέντρο. Η δυναμική αναπτύσσεται και κάποια στιγμή τινάζεται πάνω περνώντας από τα άλλα κέντρα και φτάνει στη συνείδηση. Φτάνοντας στη συνείδηση, ταυτοχρόνως, αυτό το σκεπτικό, αυτή η ενέργεια σπρώχνει και το σύστημά μου το φωνητικό. Κι αναγκάζει τη γλώσσα να πάρει κάποιες θέσεις, τις χορδές να κάνουν κάποιες δονήσεις, το στόμα μου να πάρει κάποια σχήματα για να βγει η λέξη. Και η λέξη αυτή που βγαίνει από την κοιλιά, αρθρώνεται πολύ δύσκολα. Και γινόμαστε σαν τους δυσλεκτικούς.

Συχνά, εμποδίζουμε τον εαυτό μας να ακούσουμε την ερώτηση την ώρα που αναβλύζει από μέσα μας. Και λέμε: «Δεν έχει ξεκαθαρίσει το πράγμα στο κεφάλι μου ακόμα. Άσε να το σκεφτώ». Και δεν αφηνόμαστε να ακούσουμε την ερώτηση να βγαίνει αυθόρμητα. Όταν την αφήνουμε να βγει από την κοιλιά, ακούμε τις λέξεις να πέφτουν, σαν να έχουν βάρος. Πέφτουν κάτω και κάνουν έναν τεράστιο θόρυβο. Κι η κάθε λέξη έχει διάσταση. Η ίδια δε η ερώτηση πέφτει πάνω μας και μας πλακώνει. Όταν ελευθερωθούμε από τη λογική, όταν ελευθερωθούμε από τη συνείδηση του εγώ που μας περιορίζει, τη στιγμή που έρχεται αυτή η ερώτηση, έχουν γίνει τόσες διεργασίες μέσα μας, μέχρι να σχηματιστεί, ώστε η απάντηση περιέχεται μέσα της.

Είναι καταπληκτικό το συναίσθημα και πρέπει να το ζήσουμε κάποιες φορές:να ακούμε κι εμείς για πρώτη φορά αυτό που λέμε, όπως το ακούει και ο άλλος απέναντι μας. Τότε, εκπλησσόμαστε κι εμείς, όσο εκπλήσσεται κι εκείνος. Αυτή είναι η ερώτηση που περιμένουμε να βγει μέσα στο εργαστήριο των Διαλόγων. Κι αυτός είναι ο στόχος μας. Τον επαναλαμβάνω μήπως και κάποια στιγμή μας βγουν μερικές ερωτήσεις έτσι, χωρίς να το θέλουμε. Γιατί μόνο χωρίς να το θέλουμε μπορούν να βγουν. Και θέλω να μπορούμε να τις αναγνωρίζουμε. Για αυτές τις ερωτήσεις συναντιόμαστε εδώ και βέβαια, τότε δεν είναι καθόλου μειωτικό να σας ρωτήσω. Δεν με θεωρώ κατώτερο από σας, επειδή σας ρωτά. Κι ο άλλος που με ακούει απέναντι, με ακούει με σεβασμό και σοβαρότητα, γιατί ξέρει ότι αυτός που ρωτά, συγχρόνως δίνει και την απάντηση στην ερώτηση. Δίνει συγχρόνως μια πληροφορία. Αυτή πρέπει να είναι η λειτουργία της ερώτησης.

Μεγάλοι άνθρωποι – προφήτες ή μεγάλοι δάσκαλοι – που έχουν αφήσει μαρτυρίες τέτοιων εμπειριών, έχουν θέσει τέτοια ερωτήματα και ταυτοχρόνως με την ερώτηση εμφανίζεται και η απάντηση. Άλλωστε, το ίδιο λένε και οι μαθηματικοί. Λένε ότι ένα πρόβλημα καλά διαμορφωμένο, εμπεριέχει όλα τα στοιχεία για τη λύση του. Απλώς χρειάζεται να επιλέξουμε τα στοιχεία και να κάνουμε μια ανασύνθεση. Τότε η λύση αναδύεται μόνη της. Αλλιώς το πρόβλημα είναι άσχημα τοποθετημένο.

Νομίζω ότι αυτό το εργαστήριο ερωτήσεων-απαντήσεων είναι πιθανότατα το πιο σημαντικό εργαστήριο, πολύ περισσότερο από τα σεμινάρια, πολύ περισσότερο από τις διαλέξεις. Γιατί αυτενεργούμε. Αλλά ίσως χρειάζεται κάποιο χρόνο, έως ότου μπορέσουμε να λειτουργήσουμε έτσι, δηλαδή, να αφήσουμε τον εαυτό μας να ρωτήσει με αυτό τον τρόπο.

Να σας δώσω ένα παράδειγμα:
Επί δυο χρόνια από το 1980 ως το 1982, η γιαγιά μας, η μάνα μου είχε αρχίσει να αρρωσταίνει. Πάλευα με την ιδέα του θανάτου. Δεν είχα ακόμα δουλέψει το θέμα σε βάθος, το είχα μόνο επεξεργαστεί διανοητικά. Κι ήταν μια εποχή που η μάνα αρρώσταινε συχνά. Μετά, βέβαια, ξανάγινε καλά και πέθανε πολλά χρόνια αργότερα. Και θυμάμαι ότι σηκωνόμουν το βράδυ κι ήταν η πόρτα του πατέρα και της μάνας ανοιχτή. Την κοίταζα, λοιπόν, να κοιμάται και την έβλεπα πεθαμένη. Και μου έκανε πολύ κακό. Κι έβλεπα, βέβαια, ότι δεν είναι αυτή η λύση, ούτε πρέπει να βιωθεί έτσι ένας πιθανός θάνατος. Και με απασχολούσε πάρα πολύ. Όλες οι λογικές επεξεργασίες που έκανα πάνω στο θέμα, δεν με οδηγούσαν σε καμιά απάντηση, γιατί οι ερωτήσεις ήταν λογικές. «Τι είναι ο θάνατος;», «Πως πρέπει να βιώνεται;», «Τι είναι ο βιολογικός θάνατος; Τι είναι ο ψυχολογικός; Τι είναι ο μεταφυσικός;» Ήταν ερωτήσεις λογικές και βέβαια οι απαντήσεις οι λογικές δεν ήταν αρκετές.

Αυτό με απασχόλησε πολύ, ένα καλοκαίρι ολόκληρο. Και κάποια βραδιά, θυμάμαι πολύ καλά, είχα ένα βίωμα που για μένα ήταν σαν κοσμογονία, ήταν σαν να καταστρέφονται τα πάντα και να ξαναγίνονται. Πετάχτηκα πάνω και πήγα μέσα να δω την μάνα μου. Να την ξαναδώ, όπως την έβλεπα τα άλλα βράδια, πεθαμένη. Και για πρώτη φορά την είδα, ενώ κοιμότανε, σαν να' ναι ζωντανή. Και λέω: «Κατάλαβα!», Τόσο σαφές ήταν.

Όλες οι ασυνείδητες διεργασίες, που είναι άπειρες, δεν μπορούν να τακτοποιηθούν λογικά. Η ερώτηση μου ήταν: «Τι είναι θάνατος;» Και διαμορφώθηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε ανάβλυσε η απάντηση από μέσα μου: «ο θάνατος δεν είναι χαμός!» Αυτή είναι η απάντηση. Και η λέξη «χαμός» φτιάχτηκε στο στόμα μου μέσα. Και δεν έβγαινε. Και την άρθρωσα σαν δυσλεκτικός μέσα στη νύχτα. Αυτό μόνο μπορώ να σας πω. Αν έχετε ζήσει κάτι τέτοιο, θα μπορείτε να το καταλάβετε. Δεν μπορώ να σας το επικοινωνήσω διανοητικά, λεκτικά, ούτε μπορεί να υπάρξει καμιά λογική εξήγηση.

Το ουσιαστικό μήνυμα που θέλω να μεταβιβάσω είναι ότι, κοντά στον κόσμο τον κατανοητό, που αποτελεί ένα πολύ μικρό μέρος - μια φλούδα - του Σύμπαντος, του κόσμου και της ζωής, είναι όλος ο άλλος κόσμος που δεν είναι κατανοητός. Και σε αυτό το χώρο πρέπει να δεχτούμε ότι τα πράγματα δεν είναι κατανοητά. Ο Dreikurs έλεγε κάτι καταπληκτικό. Ίσως και να σας το έχω πει, αλλά είναι πολύ σημαντικό και το ξαναλέω. Έλεγε: «Όταν καταλάβετε ότι δεν μπορείτε να καταλάβετε, έχετε ήδη καταλάβει». Προσπαθώντας ο ίδιος να καταλάβει αυτά που δεν καταλαβαίνονται λογικά, κάποια στιγμή, ξαφνικά, κατάλαβε οτι αυτά που δεν καταλαβαίνονται λογικά, τα καταλαβαίνεις μόνο, όταν δεχτείς ότι είναι ακατανόητα και δεν μπορείς να τα καταλάβεις με την λογική. Και τότε τι συμβαίνει; Συμβαίνει το εξής: υπάρχει η κατανόηση η άμεση, η απευθείας, όχι μέσω διανοητικών κατασκευών. Και τότε λες: «Α! Αυτό είναι! Κατάλαβα!»

Τελικά, δεν υπάρχει ερώτηση. Ερώτηση ονομάζουμε όλη αυτή την διαδικασία, γιατί κάπως πρέπει να την ονομάσουμε. Δεν ξέρουμε τι είναι. Απλώς κάνουμε μια μεταφορά κατ' αναλογία και την ονομάζουμε ερώτηση - απάντηση, γιατί, όταν ρωτάμε λογικά και απαντάμε, υπάρχει ερώτηση και απάντηση. Και λέμε κατ' αντιστοιχία, ότι πρέπει και στο μη κατανοητό επίπεδο να υπάρχει κάτι τέτοιο, αλλά ουσιαστικά, αναδύεται και μας επιβάλλεται μια αποκάλυψη. Ναι, αποκάλυψη είναι. Μας επιβάλλεται και λέμε: «A! Κατάλαβα!» Κι είναι μια λειτουργία που δεν μπορεί να εξηγηθεί.

Ερωτήσεις - απαντήσεις, λοιπόν, είναι το εργαστήριό μας. Αλλά μην ξεγελαστείτε και περιμένετε ότι φεύγοντας από εδώ θα έχετε πάρει κάποια απάντηση. Κι ευτυχώς που γίνεται έτσι. Απλώς η διαλεκτική που θα έχει αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της συζήτησης μέσα στη συνείδησή σας, θα συνεχίσει να δουλεύει, θα έχει πάρει τη θέση της, θα έχει γαντζωθεί πάνω σε ερωτήματα σημαντικά δικά σας. Και κάποια στιγμή, μέσα από την διεργασία αυτή, η οποία τις περισσότερες φορές είναι ασυνείδητη ή υποσυνείδητη -που σημαίνει ότι δεν είναι διεργασία διανοητική - κι ενώ εσείς είστε συνειδητά απασχολημένοι με άλλα πράγματα, αναβλύζει από μέσα σας μια απάντηση που σας φαίνεται σαν αποκάλυψη, φαίνεται σαν ιδέα, σαν έμπνευση, που πιθανώς να έχει ξεκινήσει ή να έχει βοηθηθεί από τις ερωταποκρίσεις που θα έχουμε κάνει εδώ. Οπότε, δεν είστε εσείς που ρωτάτε, κι εγώ ή κάποιος άλλος που απαντά. Όλοι μαζί ρωτάμε κι όλοι μαζί απαντάμε, ανταλλάσσουμε μεταξύ μας, άσχετα αν τυπικά φαίνεται ότι κάποιες φορές μπορεί να έχω περισσότερες πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα. Δεν είναι καθόλου αλήθεια.

Χρειάζεται να περάσουν πολλά χρόνια, να μελετήσουμε πολύ και να σκεφτούμε πολύ, για να καταλάβουμε ότι ξέρουμε πάρα πολύ λίγα. Και αν ξέρουμε πολύ λίγα είναι γιατί δεν ανταλλάσσουμε με τους άλλους, αλλά καθόμαστε μόνοι μας και σκεφτόμαστε. Η διαλεκτική σχέση, οι ανταλλαγές που γίνονται συνειδητά ή ασυνείδητα με τους άλλους, όταν συνυπάρχουμε μέσα σε σημαντικές σχέσεις, κινούν όλο το μηχανισμό μέσα μας για να γίνουν οι αποκαλύψεις.

Η άποψή μου αυτή, βασίζεται σε μια θεωρία, η οποία δεν είναι καινούρια πια, και λέει ότι όλο το Σύμπαν είναι ένα κλειστό σύστημα και συνεπώς όλα του τα μέρη, μεταξύ των οποίων και το ανθρώπινο είδος, είναι πληροφορημένα για το υπόλοιπο σύστημα. Να σας το ξαναπώ με ένα πολύ απλό παράδειγμα. Το σώμα μας, είναι σαν μια μικρογραφία του Σύμπαντος. Κι αν πάθω μια μόλυνση στο χέρι μου, δεν μπορώ να πω ότι το χέρι μου είναι μακριά από μένα και δεν έχει καμία σχέση η μόλυνση μαζί μου. Γιατί αν την αγνοήσω, σε λίγο θα έχω πυρετό ή θα χαλάσει το κέφι μου. Όλο μου το σώμα είναι ένα σύστημα και κάθε στιγμή είμαι πληροφορημένος, ξέρω τι γίνεται σ όλα του τα μέρη. Η διαλεκτική σχέση που αναπτύσσουμε σε αυτά τα εργαστήρια που κινούν το μηχανισμό για να γίνουν οι αποκαλύψεις, μας «πληροφορεί» για το υπόλοιπο σύστημα για το οποίο νομίζουμε ότι δεν ξέρουμε, εφόσον συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε μόνο λογικά.

Το Σύμπαν, όπως και το σώμα μας, είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Συνεπώς, όλα τα μέρη του είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους με όλα τα είδη επικοινωνιών. Πληροφορούν και πληροφορούνται μεταξύ τους με ταχύτητες που δεν μπορούμε να υποψιαστούμε κι αυτό το κάνει να βρίσκεται πανταχού παρόν. Η ιδιότητα αυτή που δίνουμε στο Θεό είναι ιδιότητα και του Σύμπαντος.

Κάθε μέρος του Σύμπαντος είναι πανταχού παρόν, όπως το χέρι μου είναι πανταχού παρόν σε όλο μου το σώμα. Βέβαια, είναι δύσκολο να συλλάβουμε με τη λογική ότι κατ' επέκταση εγώ είμαι πανταχού παρών μέσα σε σας και εσείς πανταχού παρόντες μέσα σε μένα. Αλλά είναι έτσι. Γιατί το ανθρώπινο είδος είναι μια μονάδα, μια ενότητα, και συνεπώς, ό,τι συμβαίνει σε μένα συμβαίνει και σε σας. Κι εσείς πληροφορείστε από αυτό που μου συμβαίνει. Αυτός ο τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο λέγεται ολογραφικός. Κι είναι ένα θαύμα.

Αυτό το θαύμα προσπαθούμε να κινήσουμε στους διαλόγους. Αυτό το θαύμα το έχει αποταμιευμένο ο άνθρωπος μέσα του. Έχει αποταμιευμένη μέσα του όλη τη διαθέσιμη πληροφόρηση για το Σύμπαν. Η πληροφόρηση δεν είναι ύλη. Χρειάζεται, όμως, να επενδυθεί σε κάτι υλικό, για να μπορέσει να εμφανιστεί, να εκδηλωθεί, να διοχετευθεί. Αλλά η ίδια δεν είναι ύλη, δεν την έχουμε δει ποτέ μόνη της. Είναι σαν το πνεύμα, που δεν το έχουμε δει ποτέ μόνο του. Το ξέρουμε μόνο όταν επενδύεται σε υλικές μορφές. Στον υλικό κόσμο ό,τι υπάρχει, εμφανίζεται, εκδηλώνεται με τρεις παραμέτρους: χρόνο, χώρο και ποσότητα. Η ίδια η πληροφορία δεν χρειάζεται χώρο γιατί δεν έχει υλική υπόσταση. Έτσι, δεν ξέρουμε τι είναι όταν τη συναντάμε. Μοιάζει με κενό, με άδειο. Το κενό αυτό, δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό και γι'αυτό, όταν προσπαθούμε να το περιγράψουμε λέμε τι δεν είναι. Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, όταν προσπαθούσε να περιγράψει τι είναι ο Θεός, έλεγε: <<Δεν μπορώ να σας πω τι είναι. Μπορώ μόνο να σας πω τι δεν είναι>>. Κι ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού, ο καθολικός οι πολλοί Πατέρες που έφτασαν πολύ κοντά να βιώσουν το θείο, το μόνο που μπόρεσαν να πουν είναι: τι δεν είναι. Κανείς δεν κατάφερε να πει τι είναι. Διότι εμείς, σαν μέρος του Σύμπαντος, λειτουργούμε με τις τρεις παραμέτρους. Ενώ ο Θεός δεν λειτουργεί με αυτές.

Έτσι είναι και η πληροφόρηση. Σε έναν κόκκο άμμου μπορούμε να έχουμε την πληροφόρηση για όλο το Σύμπαν. Και μπορούμε να την περιγράψουμε μόνο αφαιρετικά λέγοντας τι δεν είναι. Γιατί η πληροφόρηση είναι πέρα από τα όρια της ύλης. Είναι όπως η πραγματική αγάπη. Η αγάπη η πραγματική δεν είναι ύλη. Αν ήταν, για να αγαπάω εσένα και τον άλλο δίπλα, θα έπρεπε η αγάπη μου να μοιράζεται στα δυο. Αντίθετα, όταν πραγματικά αγαπάω εσένα και τον διπλανό, η αγάπη μου διπλασιάζεται. Κι αν αγαπήσω κι έναν τρίτο, πολλαπλασιάζεται, όπως πολλαπλασιάζεται κι η δική σου αγάπη κι η δική του. Το ίδιο συμβαίνει και με την πληροφόρηση. Ενώ είναι όλη αποταμιευμένη σε έναν κόκκο άμμου, βρίσκεται σε όλα τα στοιχεία, χωρίς να είναι επανάληψη. Αυτό είναι ένα θαύμα και μπορούμε μόνο να το θεαθούμε. Όλες τις πληροφορίες, όλη τη Γνώση τις έχουμε όλοι μέσα μας. Το θαύμα είναι ότι είμαστε όλοι σοφοί. Όμως όλη η σοφία μας δεν είναι ενεργοποιημένη, αφυπνισμένη. Είναι σαν τη φωτογραφία που δεν έχουμε εμφανίσει ακόμα. Και χρειάζεται να την εμφανίσουμε. Κι όταν την εμφανίζουμε λέμε:<< A! Τι ωραία!>>. Χρειάζεται, δηλαδή, η πράξη η δική μας για να εμφανιστεί. Κι αυτό που εμφανίζεται είναι Γνώση του Βάθους.

Ο Γιούγκ μίλησε για Ψυχολογία του Βάθους. Εμείς χρησιμοποιούμε τον όρο Γνώση του Βάθους, που είναι δικός μας. Τι είναι Βάθος; Βάθος είναι ένας αφηρημένος χώρος, που τον ονομάσαμε έτσι για να τοποθετήσουμε εκεί αυτά που δεν ανήκουν στις επίκτητες γνώσεις. Είναι μια σύμβαση που κάνουμε μεταξύ μας, είναι ένα όνομα που δίνουμε στη διερεύνηση που κάνουμε για να μπορούμε να συνεννοηθούμε.

Εδώ θέλω να τονίσω ότι επειδή δίνουμε έμφαση στη Γνώση του Βάθους, δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε πως οι επίκτητες γνώσεις είναι λιγότερο σημαντικές. Όχι. Πιστεύουμε πως για να γίνει η ζωή μας καλύτερη χρειάζεται να ενώσουμε τις επίκτητες γνώσεις με τη Γνώση του Βάθους. Οι επίκτητες γνώσεις χωρίς τη Γνώση του Βάθους είναι άχρηστες.

Τώρα τελευταία χρειάζεται να χρησιμοποιώ μπαστούνι, γιατί στραμπούληξα το πόδι μου. Μου λένε στον Καναδά πως το φορώ ωραία και πως μου πάει. Ξέρετε γιατί πιθανώς μου πάει; Επειδή, αφού πρέπει να ζήσω μαζί του, προσπαθώ να κάνω σχέση μαζί του. Κάποιος από τους συνεργάτες μου είπε πως ήθελε να με ακολουθήσει από πίσω για να δει πως χρησιμοποιώ το μπαστούνι, επειδή το χρησιμοποιώ με έναν περίεργο τρόπο. Και μετά, ήθελε να ακολουθήσει άλλους ανθρώπους από πίσω για να δει πώς το χρησιμοποιούν κι εκείνοι. Για να δει τη διαφορά. Δεν είπα τίποτα εκείνη την ώρα, αλλά η απάντηση είναι η εξής: Συνήθως οι άνθρωποι που χρησιμοποιούμε μπαστούνι, το απορρίπτουμε, επειδή θεωρούμε ότι ο λόγος που το κρατάμε είναι ένα ατύχημα. Οπότε, αφού το «διώχνουμε» μας «διώχνει» κι αυτό, δεν μας αγαπά. Συνεπώς, δεν έχουμε σχέση κι αυτό φαίνεται όταν περπατάμε. Εγώ κάνω το αντίθετο. Πιστεύω ότι όλα είναι αξιαγάπητα, ακόμα κι ένα μπαστούνι. Μια και θα ζήσω μαζί του για κάποιο χρονικό διάστημα, γιατί α μην το αγαπήσω; Οπότε έχω αποκτήσει σχέσεις μαζί του. Δεν είναι ότι μου πάει. Είναι ότι το έχω δεχτεί, ότι το έχω εντάξει μέσα μου. Το καλοκαίρι που κάναμε Σεμινάριο διαλογισμού στην Εύβοια, έγινε κάποιος χορός που προκλήθηκε αυθόρμητα κι είπε κάποιος: <<Να φτιάξουμε ένα τσάμικο με παραλλαγή για τρία πόδια>>, για να χορεύω με το μπαστούνι. Θα μπορούσα, δηλαδή, να χορέψω με το μπαστούνι, σαν να είχα τρία πόδια. Είναι γιατί δεν το πολεμάω. Μια άλλη μέρα στην πισίνα όπου κάναμε ασκήσεις, για να δώσω αυτό το βίωμα, πέρασα δίπλα από την πισίνα και έβαλα το μπαστούνι μέσα στο νερό για να δω εάν είναι κρύο. Συμβολικά, η κίνησή μου έλεγε πως νιώθουν τα πόδια μου.

Με αυτό το παράδειγμα, ίσως μας γίνεται πιο σαφές ότι τα προϊόντα της επίκτητης γνώσης – το μπαστούνι στην περίπτωση αυτή – μας είναι άχρηστα χωρίς τη Γνώση του Βάθους, με το Θείο από το οποίο προερχόμαστε, με το Δημιουργό μας. Ο άνθρωπος έχει χάσει όλη την ικανότητα της έμφυτης λειτουργίας από τότε που θαύμασε τις επίκτητες γνώσεις. Ο πολιτισμός μας δίνει μεγάλη σημασία στις επίκτητες γνώσεις. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΤΟΧΕΥΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΑΝΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΟΥΜΕ ΤΟ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ ΠΟΥ ΑΝΤΛΕΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΒΑΘΟΥΣ. Αυτός είναι ο πραγματικός διάλογος και αυτό τον διάλογο επιθυμούμε να εγκαθιδρύσουμε. Μόνο έτσι θα γίνει η ζωή μας καλύτερη. Έχετε δει μηχανικούς που χτίζουν σπίτια; Χτίζουν μόνο με τις επίκτητες γνώσεις. Δεν είδα πολλούς μηχανικούς, πολλούς αρχιτέκτονες να επικοινωνούν με το χώρο που θα χτίσουν το σπίτι, με τις ανάγκες των ανθρώπων που θα ζήσουν μέσα, μήπως και ακούσουν κάτι, μήπως και καταλάβουν κάτι. Οι γιατροί το ίδιο. Δεν επικοινωνούν με τον άρρωστο. Βέβαια, οι γνώσεις τους είναι χρήσιμες πολλές φορές. Αλλά χωρίς τη Γνώση του Βάθους δεν δίνουν αποτέλεσμα. Μεγάλοι επιστήμονες είναι αυτοί που κάποια στιγμή είτε αφέθηκαν, είτε απελπίστηκαν γιατί οι επίκτητες γνώσεις, η επιστήμη, δεν τους έδιναν τις απαντήσεις που γύρευαν και ξαφνικά βρέθηκε η λύση. Η λύση αυτή δεν προερχόταν από τις επίκτητες γνώσεις. Ήταν αποκάλυψη, σαν αυτές που έχουν οι άγιο, οι προφήτες. Ήταν αποκάλυψη κάποιας πληροφόρησης, σχετικά με ένα θέμα, με ένα ερώτημα, που προέρχονταν από το βάθος και πήδησε στη συνείδηση.

Αυτού του είδους τα θαύματα είναι φυσική συνέπεια της βιολογικής μας μηχανής. Είναι πληροφόρηση που έχουμε μέσα μας. Όσο περιοριζόμαστε στις λογικές, τις αλυσιδωτές σκέψεις, αν και είναι πολύ καλές, κρατάμε όλη τη Γνώση του Βάθους φυλακισμένη από κάτω. Και είναι κρίμα. Είναι αμαρτία. Γιατί όλος ο πλούτος βρίσκεται από κάτω. Πρέπει να σταματήσουμε να συγκρουόμαστε με αυτή τη δύναμη που αναβλύζει. Να αρχίσουμε να αφηνόμαστε. Να νιώθουμε, να πιστεύουμε, χωρίς να έχουμε καμία ένδειξη, καμία μέτρηση. Γιατί αυτή η γνώση δεν μετριέται.

Τότε, διόλου απίθανο, να φύγουμε από δω, από τη συζήτηση που κάνουμε , με το λογικό επίπεδο μόνο επεξεργασμένο κι αυτό δεν μας οδηγεί πουθενά. Έτσι αρχίζουμε να νιώθουμε ότι κάτι συμβαίνει ότι κάπου αλλού βρίσκονται οι απαντήσεις που γυρεύουμε. Αν έχει δουλευτεί καλά το πρώτο επίπεδο, μπορούμε να αγγίξουμε το δεύτερο. Τη Γνώση του Βάθους που αρχίζει να παρουσιάζεται. Και δεν θα παρουσιαστεί εδώ. Συχνά μας έρχεται η απάντηση μετά από πολύ καιρό. Κι έχει γίνει αυτόματα, χωρίς σκέψη, χωρίς θέληση, χωρίς μελέτη. Εκεί που περπατάω, που κοιμάμαι ή που μιλάω, έχω μια από τις απαντήσεις που θέλω. Αυτός είναι ο στόχος της συζήτησης μας. Κι όχι κάποιος να ρωτήσει και κάποιος να απαντήσει. Ένα οποιοδήποτε εγκυκλοπαιδικό λεξικό θα μπορούσε να μας δώσει πολύ περισσότερες πληροφορίες από αυτές που μπορούμε να δώσουμε εδώ. Όμως καμιά ουσιαστική ερώτηση δεν μπορεί να απαντηθεί με τις επίκτητες γνώσεις. Καμιά απολύτως.

Με τις τεχνολογικές ή τις επιστημονικές γνώσεις, μόνο επιδερμικές επεμβάσεις μπορούμε να κάνουμε. Αν είμαι γιατρός, λόγου χάρη, η δουλειά μου δεν είναι να κάνω καλά τον άρρωστο με τα φάρμακα που θα του δώσω. Η σχέση που θα δημιουργηθεί μεταξύ μας, αυτή είναι που κάνει καλά τον άρρωστο. Κανένα φάρμακο δεν γιατρεύει. Αλλιώς, γιατί κάποιοι θεραπεύονται και κάποιοι όχι; Το φάρμακο κάνει καλό σε όποιον θέλει να θεραπευτεί. Στην Αμερική λένε: μην δίνετε φάρμακα στα παιδιά με το ζόρι. Δεν θα τα γιατρέψουν. Είναι το παιχνίδι <<εγώ γιατρός-εσύ άρρωστος>>, δηλαδή, <<εγώ έχω γνώσεις κι εσύ τις δέχεσαι>> που αφυπνίζει μέσα μου τη Γνώση και με κάνει να θεραπεύομαι. Αυτό γίνεται μεταξύ του προσώπου του ασθενή και του γιατρού. Αυτό γίνεται μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Αφύπνιση της πληροφόρησης. Και γι'αυτό χρειάζεται το παιχνίδι. Τίποτ' άλλο. Αλλά συχνά, για να το καταλάβω αυτό, πρέπει να έχω απογοητευτεί, να έχω αμφισβητήσει την τεχνολογία και την επιστήμη, να δω ότι δεν μπορούν να απαντήσουν σε όλα τα ερωτήματα. Δεν απορρίπτουμε τις γνώσεις, προς θεού. Πρέπει να έχουμε σεβασμό για τις επίκτητες γνώσεις, αλλά συγχρόνως να έχουμε βαθιά επίγνωση των ορίων τους. Η αλήθεια, η ζωή και το Σύμπαν εκτείνονται και πέρα από τα όρια των επίκτητων γνώσεων. Και τα ερωτήματά μας είναι πέρα από τα όρια αυτά.

Όταν είμαι έτοιμος να περάσω τα όρια της επίκτητης γνώσης, πρώτα, πρέπει να πιστεύω σε αυτή τη γνώση αλλά και να φτάσω στην ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ. Δεύτερον, πρέπει να έχω ΗΣΥΧΙΑ, όπως την ώρα του διαλογισμού, της προσευχής. Να εγκαταλειφθώ στον εαυτό μου. Να τοποθετηθώ εντελώς στο παρασυμπαθητικό σύστημα (βλέπε Β' τόμο Εισαγωγής στη Μεταφυσική κεφ. Άνδρας – Γυναίκα). Να τοποθετηθώ στο θηλυκό σύστημα, το γιν. Πρέπει να γίνω θηλυκό. Και τότε μόνο έρχεται η αποκάλυψη της πληροφορίας. Καταλαβαίνετε τι ειρήνη πρέπει να έχει η αμφισβήτηση αυτή για να με οδηγήσει στην εγκατάλειψη; Το τονίζω αυτό, γιατί συνήθως η αμφισβήτηση, η σύγχυση, οδηγεί σε άγχος. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Όταν βρισκόμαστε σε αυτή την κατάσταση σύγχυσης σημαίνει ότι πηγαίνουμε καλά. Ο Λάο Τσε λέει, όπως το γράφω και στην << Παιδεία του Βάθους>>, ότι αυτή η σύγχυση, αυτό το υπαρξιακό χάσιμο είναι <<αρρώστια>> που πρέπει να εύχεται κανείς να την έχει, γιατί οδηγεί σίγουρα στην υγεία. Δηλαδή, για να ξεχωρίσουμε τη σύγχυση που προκαλεί άγχος και τη σύγχυση που μας συμβαίνει <<εν ειρήνη>>, μπορούμε να τις ονομάσουμε πρωτογενή και δευτερογενή σύγχυση.

Όταν έχουμε σύγχυση σε πρώτο επίπεδο είναι γιατί βρισκόμαστε ακόμα στο επίπεδο της επίκτητης γνώσης και δεν την έχουμε ακόμα εξαντλήσει, καταναλώσει. Ψάχνουμε απελπισμένα να βρούμε λύσεις, να δώσουμε απαντήσεις μέσα από λογικές διεργασίες, στο χώρο, στο χρόνο και στην ποσότητα, που λειτουργούν βάσει του Νόμου της Αιτιότητας. Και αναρωτιόμαστε , για παράδειγμα, γιατί έσπασε το ποτήρι; Επειδή το άφησα να πέσει; Γιατί όμως, σε άλλους χώρους όταν αφήνω κάτι από το χέρι μου δεν πέφτει και δεν σπάει; Μήπως λειτουργούν και άλλοι νόμοι, εκτός από της βαρύτητας; Όταν έχουμε σύγχυση σε δεύτερο επίπεδο, έχουμε πια απελπιστεί ότι οι επίκτητες γνώσεις θα μας δώσουν την απάντηση, ή έχουμε αποφασίσει να εγκαταλειφθούμε με πίστη στη Γνώση του Βάθους και τότε νιώθουμε ειρήνη, ησυχία. Οι καλοί δάσκαλοι σε οδηγούν σε αυτή την απελπισία, για να ξεπηδήσουν οι απαντήσεις στα καυτά, στα υπαρξιακά ερωτήματα.


ΧΑΡΤΗΣ GOOGLE

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη


είδαμε και μας άρεσαν οι ταινίες

Sliding Doors

Tο σπίτι στη λίμνη

Γαλάζια λίμνη

Don Juan de Marcos

Beautiful windy

The pursuit of happiness

Ο τελευταίος έρωτας

Πριν το ηλιοβασίλεμα

Το λουλούδι της ερήμου

Έκτη αίσθηση

Το πράσινο μίλι

Σινεμά ο παράδεισος

Άρωμα γυναίκας

Το ημερολόγιο

Ασκήσεις ηρεμίας

Καλύτερα δεν γίνεται

Slam dog Millionaire

Finding Never Found

Bag

All that jazz

See you in Paradise

Gezunt heit

Eat – Pray – Love

Karate kid

127 ώρες

Μαύρος Κύκνος

Ο λόγος του βασιλιά